ζαχαριέρα


ζαχαριέρα
[захарьера] ουσ. Θ. сахарница.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ζαχαριέρα" в других словарях:

  • ζαχαριέρα — η η ζαχαροθήκη, το δοχείο ή η θήκη όπου φυλάγεται η ζάχαρη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζάχαρη + κατάλ. ιέρα (πρβλ. αλατ ιέρα, σουπ ιέρα)] …   Dictionary of Greek

  • ζαχαριέρα — η οικιακό σκεύος για τη ζάχαρη, ζαχαροθήκη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζάχαρη — Κοινή ονομασία για τη σακχαρόζη, οργανική ένωση του τύπου C12Η22Ο12 που υπάρχει άφθονη στο ζαχαροκάλαμο και στα τεύτλα, από τα οποία γίνεται η βιομηχανική παρασκευή της. Είναι ένας δισακχαρίτης ο οποίος σχηματίζεται από ένα μόριο γλυκόζης και ένα …   Dictionary of Greek

  • ζαχαροδοχείο — το η ζαχαριέρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζαχαρο * + δοχείο. Ο λόγιος τ. ζαχαροδοχείον μαρτυρείται από το 1835 στο Λεξικόν νεοελληνικής διαλέκτου τού Σκαρλάτου Δ. Βυζαντίου] …   Dictionary of Greek

  • ζαχαροθήκη — η ζαχαριέρα, ζαχαροθήκη, ζαχαροδοχείο, ζαχαροκούτι …   Dictionary of Greek

  • ζαχαροκούτι — το ζαχαριέρα, ζαχαροδοχείο …   Dictionary of Greek

  • σακχαροδοχείο — το, Ν το ζαχαροδοχείο, η ζαχαριέρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σάκχαρις + δοχείο. Η λ., στον λόγιο τ. σακχαροδοχεῖον, μαρτυρείται από το 1889 στο Λεξικόν Ελληνογαλλικόν τού Ν. Κοντοπούλου] …   Dictionary of Greek

  • σακχαροδόχη — η, Ν η ζαχαριέρα, το σακχαροδοχείο. [ΕΤΥΜΟΛ. < σάκχαρη + δόχη (< δέχομαι), πρβλ. καπνο δόχη. Η λ. μαρτυρείται από το 1892 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

  • σακχαρολαβίδα — η, Ν μικρή λαβίδα κατάλληλη για τη λήψη κύβων ζάχαρης από τη ζαχαριέρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σάκχαρις + λαβίς] …   Dictionary of Greek

  • Αλγερία — I (Αστρον.).Αστεροειδής που το φαινόμενο μέγεθός του στη μέση αντίθεσή του είναι ίσο προς 14,6, ενώ αν βρισκόταν σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τον Ήλιο και από τη Γη θα είχε φαινόμενο μέγεθος 10,5. II Κράτος της βορειοδυτικής… …   Dictionary of Greek